Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θόδωρος Αγγελόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θόδωρος Αγγελόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θόδωρος Αγγελόπουλος



Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν Έλληνας σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός κινηματογράφου, με διεθνή προβολή και σημαντικές διακρίσεις.
Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου του 1935 και πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 2012, σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Δραπετσώνα, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της νέας του ταινίας «Η άλλη θάλασσα».
Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό για την προσφορά του στον κινηματογράφο, με σπουδαιότερο τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1998, για την ταινία του «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» στην οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο Bruno Ganz.
Ο Αγγελόπουλος θεωρείται ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής που ανέδειξε η χώρα μας κι ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου κινηματογράφου.


Φιλμογραφία
1968: Η Εκπομπή (μικρού μήκους)
1970: Αναπαράσταση
1972: Μέρες του ’36
1975: Ο Θίασος
1977: Οι Κυνηγοί
1980: Ο Μεγαλέξανδρος
1983: Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη (τηλεταινία)
1984: Ταξίδι στα Κύθηρα
1986: Ο Μελισσοκόμος
1988: Τοπίο στην ομίχλη
1991: Το μετέωρο βήμα του πελαργού
1995: Το βλέμμα του Οδυσσέα
1998: Μια αιωνιότητα και μια μέρα
2003: Τριλογία Ι - Το λιβάδι που δακρύζει
2008: Τριλογία ΙΙ - H σκόνη του χρόνου
2012: Τριλογία ΙΙΙ - Η άλλη θάλασσα (ανολοκλήρωτη)





Αναπαράσταση (1970)


Αγγλικός Τίτλος: Reconstruction
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Σενάριο: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Τούλα Σταθοπούλου, Γιάννης Τότσικας, Θάνος Γραμμένος, Πέτρος Χοϊδάς, Μιχάλης Φωτόπουλος 
Μουσική: Τάσος Χαλκιάς
Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης
Μοντάζ: Τάσος Δαυλόπουλος
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 97 min


Μετά από πολλά χρόνια μετανάστευσης στη Γερμανία, ο Κώστας Γούσης (Μιχάλης Φωτόπουλος) επιστρέφει στο χωριό του, την Τυμφαία της Ηπείρου. Η Τυμφαία είναι ένα ορεινό χωριό, με λίγα πέτρινα σπίτια, όπου το κύμα της συνεχής μετανάστευσης έχει σαν αποτέλεσμα την ερήμωσή του και οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι είναι ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, γυναίκες και μικρά παιδιά.
Ο γυρισμός του είναι ξαφνικός, δεν τον περιμένει κανένας, ενώ τα παιδιά του δεν τον αναγνωρίζουν. Η σύζυγός του Ελένη (Τούλα Σταθοπούλου) κατά την πολύχρονη απουσία του έχει συνάψει παράνομη ερωτική σχέση με τον αγροφύλακα του χωριού, τον Χρήστο (Γιάννης Τότσικας).
Λίγες μέρες αργότερα η σύζυγος , με τη βοήθεια του εραστή της, τον σκοτώνει και τον θάβει στον κήπο του σπιτιού τους. Καίει τα ρούχα και τα λιγοστά υπάρχοντά του, και διαδίδει στο χωριό ότι ο άντρας της ξαναέφυγε για τη Γερμανία. Για να κάνει ακόμα πιο πιστευτή την αναχώρησή του και για να δημιουργήσει ένα άλλοθι, φεύγει με τον εραστή της για τα Γιάννενα, όπου εμφανίζονται σε ένα ξενοδοχείο, δίνοντας το όνομα του συζύγου και μιας άλλης γυναίκας. Επίσης ο Χρήστος, χρησιμοποιώντας το όνομα του δολοφονημένου, επιβιβάζεται σε ένα λεωφορείο με προορισμό την Αθήνα, αλλά με την πρώτη ευκαιρία κατεβαίνει και επιστρέφει.
Όμως, η ξαφνική αναχώρηση του μετανάστη δημιουργεί υποψίες στους συγχωριανούς του και μετά από μια καταγγελία, καταφθάνουν στο χωριό η αστυνομία και μια ομάδα από δημοσιογράφους, οι οποίοι αρχίζουν τις έρευνες...


Η «Αναπαράσταση» είναι η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο οποίος έγραψε το σενάριο βασιζόμενος σε ένα πραγματικό γεγονός που είχε συμβεί το 1969, σε ένα χωριό της Ηπείρου και σοκάρισε την ελληνική κοινωνία.
Η γραμμική αφήγηση του σεναρίου είναι ανύπαρκτη, καθώς γινόμαστε γνώστες του φονικού από τις πρώτες σκηνές της ταινίας και από ‘κει και πέρα, οι μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού και η απολογία των δύο εραστών ζωντανεύουν στην οθόνη, και έτσι βλέπουμε τι ακριβώς επακολούθησε μετά την επιστροφή του άτυχου μετανάστη στην γενέτειρά του. Κι ενώ βλέπουμε όλες τις λεπτομέρειες για το πώς θάφτηκε ο νεκρός και παρακολουθούμε τις ενέργειες που έκαναν οι εραστές προκειμένου να δημιουργούσουν άλλοθι, δεν βλέπουμε ποτέ τον φόνο, μια σκηνή που απεικονίζεται μόνο κατά την αναπαράσταση του εγκλήματος από τις αστυνομικές αρχές και περνάει νοερά από το μυαλό μας ακούγοντας τις ομολογίες των κατηγορουμένων.
Ο Αγγελόπουλος, κινούμενος ανάμεσα στην πραγματικότητα και την μυθοπλασία, αναπτύσσει το θέμα του μέσα από δύο διαφορετικές έρευνες: αυτή της αστυνομικής ανάκρισης που αναζητά να βρει ποιος από τους δύο κατηγορούμενους πέρασε την θηλιά στον λαιμό του θύματος, κι εκείνη, μιας ομάδας δημοσιογράφων η οποία, καταγράφοντας τις μαρτυρίες των κατοίκων, αναδεικνύει το κοινωνιολογικό πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα το αποτρόπαιο έγκλημα, παρουσιάζοντας το εγκαταλελειμμένο, θλιβερό και μίζερο πρόσωπο της ελληνικής υπαίθρου, μια δραματική κοινωνική πραγματικότητα που φέρει μεγάλη ευθύνη για την αποτρόπαια πράξη των δύο παράνομων εραστών.


Τα γενικά πλάνα, οι αργοί ρυθμοί, το μεγάλο βάθος πεδίου και οι ανθρώπινες φιγούρες, που φαίνονται σαν μέλη χορού σε αρχαία τραγωδία, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της ταινίας, κινηματογραφικά στοιχεία αφήγησης που ο Αγγελόπουλος θα καθιερώσει και στις μετέπειτα δημιουργίες του.
Η ασπρόμαυρη, μουντή, υποβλητική φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη, είναι ότι ακριβώς χρειάζεται για να αναδειχτεί η θλίψη και η μιζέρια που επικρατεί στις ψυχές των ανθρώπων που ζουν στα πέτρινα σπίτια και τους χωμάτινους δρόμους της φτωχικής επαρχίας. Μιας επαρχίας, απλωμένης στις ξερές πλαγιές και τα αγκαθωτά αγριόχορτα των βουνοκορφών, πνιγμένη στα λασπόνερα.
Το μουσικό θέμα της ταινίας, από τον δημοφιλέστατο Ηπειρώτη κλαρινίστα της εποχής, Τάσο Χαλκιά, είναι συγκινητικό, σαγηνευτικό και ταυτόχρονα μεγαλοπρεπές και δημιουργεί ιδιαίτερη αίσθηση.
Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών είναι συγκλονιστικές, ενώ μικρή εμφάνιση πραγματοποιεί στην ταινία και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ως ένας εκ των δημοσιογράφων που διεξάγουν την έρευνα.


Κατά τα λεγόμενα των κινηματογραφικών ιστορικών η «Αναπαράσταση» σηματοδότησε την έναρξη της περιόδου του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, του κινηματογράφου στον οποίο τον αποκλειστικό έλεγχο του τελικού προϊόντος έχει ο σκηνοθέτης, όχι ως τεχνίτης αλλά ως δημιουργός.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1970 και τιμήθηκε με τα Βραβεία Καλύτερης ταινίας, Σκηνοθεσίας, Φωτογραφίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Τούλα Σταθοπούλου) και Βραβείο Κριτικών, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.
Επίσης διακρίθηκε και σε χώρες του εξωτερικού όπου τιμήθηκε με το Βραβείο Georges Sadoul (καλύτερη ταινία της χρονιάς στη Γαλλία)· Βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ της Ιέρ· «Ειδική μνεία» της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci) στο Φόρουμ του Βερολίνου.
Το 1985, χαρακτηρίστηκε ως μία από τις δέκα καλύτερες ελληνικές ταινίες καταλαμβάνοντας την 3η θέση της λίστας, με 22 ψήφους, σύμφωνα με την ψηφοφορία που διεξάγει μεταξύ 28 μελών της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.







Ο Θίασος (1975)


Αγγλικός Τίτλος: The Travelling Players
Κατηγορία: Δράμα, Ιστορική
Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Σενάριο: Θόδωρος Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Εύα Κοταμανίδου, Αλίκη Γεωργούλη, Στράτος Παχής, Μαρία Βασιλείου, Βαγγέλης Καζάν, Πέτρος Ζαρκάδης
Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης
Μοντάζ: Τάκης Δαβλόπουλος, Γιώργος Τριανταφύλλου
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 230 min


Μια οικογένεια πλανόδιων ηθοποιών ταξιδεύει στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας σε πόλεις και χωριά το βουκολικό δράμα "Γκόλφω".
Η ιστορία αρχίζει το έτος 1952, με την άφιξη του θιάσου στο Αίγιο. Τον ίδιο τόπο είχε επισκεφτεί ο θίασος στο παρελθόν, το καλοκαίρι του 1939. Με μια σειρά αναδρομών και μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των μελών του θιάσου, παρακολουθούμε ταυτόχρονα και την πολιτική ιστορία της Ελλάδας αυτής της περιόδου καθώς, οι περιπέτειες της οικογένειας, είναι άμεσα συνδεδεμένες με τα τραγικά ιστορικά γεγονότα της εποχής.
Οι τελευταίες ημέρες της δικτατορίας του Μεταξά το 1939, η έναρξη του πολέμου, η Ιταλική εισβολή, η Γερμανική κατοχή, η Απελευθέρωση και η άφιξη των Άγγλων και Αμερικανών συμμάχων, ο αιματηρός Εμφύλιος με τις διώξεις των κομμουνιστών και η επικράτηση των δυνάμεων της Δεξιάς στις εκλογές του 1952, εναλλάσσονται ως ιστορικό φόντο στην αδιάκοπη περιπλάνηση των καλλιτεχνών του θιάσου.
Ο πατέρας (Στράτος Παχής), την περίοδο της κατοχής εκτελείται από τους Γερμανούς, μετά από μία προδοτική καταγγελία του Αίγισθου (Βαγγέλης Καζάν), εραστή της μητέρας (Αλίκη Γεωργούλη), που είναι συνεργός των Ναζί. Μετά το γεγονός ο Ορέστης (Πέτρος Ζαρκάδης), αντάρτης της Αριστεράς, θα σκοτώσει τη μητέρα του και τον εραστή της. Λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος θα εκτελεστεί από τους Δεξιούς, κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν τη γενική καταστολή του ανταρτικού κατά τον Εμφύλιο. Το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας είναι η μεγάλη αδελφή, η Ηλέκτρα (Εύα Κοταμανίδου), η οποία είναι η μόνη της οικογένειας που μετά από τα δεκατρία χρόνια Ιστορίας τα οποία πραγματεύεται η ταινία, μένει ως το τέλος...


Οι δραματικές περιπέτειες της οικογένειας παραπέμπουν στον κεντρικό πυρήνα του μύθου των Ατρειδών. Η Ηλέκτρα, ο Αγαμέμνονας, ο Αίγισθος, η Κλυταιμνήστρα, ο Ορέστης, όλοι τους είναι πρόσωπα τραγικά. Ο Αγγελόπουλος με μοναδική μαεστρία, και ως σκηνοθέτης αλλά και ως σεναριογράφος, παίρνει αυτούς τους μυθικούς ήρωες και τους επανατοποθετεί στη σύγχρονη Ελλάδα, μετατρέποντάς τους σε φορείς της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας με απώτερο στόχο, την δημιουργία μιας σύγχρονης πολιτικής-ιστορικής ταινίας, που βασίζεται σε ένα αρχαίο μύθο.
Όλα τα γεγονότα διαδραματίζονται μέσα σε ένα πολύπλοκο κινηματογραφικό σκηνικό με αλλεπάλληλους χρονικούς ελιγμούς και συνεχείς εναλλαγές εποχών, δημιουργώντας ένα κλίμα υπόγειας έντασης, όμοιο με τη σκληρότητα των χρόνων που αφηγείται το σενάριο.
Το στήσιμο της ταινίας και ο τρόπος με τον οποίο ο Αγγελόπουλος εξελίσσει τον μύθο του, εξιστορώντας ταυτόχρονα τα τραγικά ιστορικά συμβάντα, αποτελεί μια μεγάλη τομή στην ιστορία όχι μόνο του ελληνικού, αλλά και του διεθνούς κινηματογράφου.


Μεγάλη συμβολή στο τελικό ποιητικό αποτέλεσμα, αποτελούν τα όμορφα τοπία της ελληνικής υπαίθρου που απεικονίζονται σε πάρα πολλά πλάνα, οι υπέροχοι πρωταγωνιστές, η εξαίρετη φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη αλλά και η θεσπέσια μουσική υπόκρουση του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ο οποίος πέρα από το εξαιρετικό θέμα που έχει συνθέσει, συγκέντρωσε με την βοήθεια του Φώτου Λαμπρινού, τα πιο χαρακτηριστικά πολιτικά τραγούδια όλων των παρατάξεων της εποχής που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Διάσημη είναι η σκηνή στην ταβέρνα, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1946, όπου στη μία μεριά κάθονται οι βασιλόφρονες και στην άλλη οι αριστεροί, δίνοντας μια «μάχη» με τραγούδια. Η σκηνή αυτή έχει καταγραφεί από ειδικούς του χώρου, ως μία απ’ τις κορυφαίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Μια ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στη σκηνή της αρχής που είναι πανομοιότυπη με την σκηνή του τέλους. Ο "Θίασος" ξεκινά με τα μέλη του να βρίσκονται στο Αίγιο το 1952 και καταλήγει με τον θίασο στο Αίγιο το 1939. Ο χώρος και το σκηνικό είναι το ίδιο: ένας μικρός επαρχιακός σταθμός. Το μεγάλο χρονικό άλμα που πραγματοποιείται είναι σαν να μην υφίσταται, αφού οι δύο σκηνές είναι σχεδόν απαράμιλλες. Ένα ιδιότυπο σχήμα «κύκλου» λαμβάνει χώρα και όλοι οι πρωταγωνιστές, εν ζωή ή νεκροί, εμφανίζονται και πάλι, δίνοντας την εντύπωση ότι η περιπλάνηση του θιάσου θα ξαναρχίσει από την αρχή.


"Ο Θίασος" είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου και κατατάσσεται στις σημαντικότερες δημιουργίες του. Εντάσσεται στην «Τριλογία της Ιστορίας» του σκηνοθέτη και αποτελεί το δεύτερο μέρος της μετά τις "Μέρες του '36" (1972) και πριν τους "Κυνηγούς" (1977).
Ίσως η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια (σχεδόν τέσσερεις ώρες) και ορισμένες αργές σκηνές να κουράσουν κάποιους θεατές, αλλά όμως δεν μπορούν να μειώσουν στο ελάχιστο, αυτήν την αριστουργηματική ταινία.
Η πρώτη της προβολή έγινε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1975, όπου και παρουσιάσθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θεατών σε όλη την ιστορία του θεσμού.
Το "The Travelling Players" όπως είναι ο διεθνώς γνωστός τίτλος της ταινίας, προβλήθηκε σχεδόν σε όλες του χώρες του κόσμου, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη αλλά και στην μακρινή Ιαπωνία.
Η ταινία επρόκειτο να συμμετάσχει επισήμως στο Φεστιβάλ των Κανών την ίδια χρονιά, όμως η τότε συντηρητική ελληνική κυβέρνηση, επιδίωξε και κατάφερε να αποτρέψει να συμβεί αυτό, καθώς η ταινία αφηγείται την σύγχρονη Ελληνική ιστορία μέσα από αριστερή-Μαρξιστική σκοπιά.
Κόστισε 7.500.000 δραχμές και θεωρήθηκε ένας κινηματογραφικός άθλος, για τα δεδομένα που γυρίστηκε και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε λόγω του θέματός της.
Ο δημιουργός της αναγνωρίστηκε διεθνώς και εντάχθηκε στους πρωτοπόρους του παγκόσμιου πολιτικού κινηματογράφου.
Η ταινία διδάσκεται μέχρι και σήμερα σε όλες τις σχολές κινηματογράφου αλλά και πολιτικής επιστήμης, ως «πρότυπο μοντέλο πολιτικής τέχνης».


Ο “Θίασος” είναι η πιο πολυβραβευμένη και διεθνώς αναγνωρισμένη ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Επτά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Καλύτερης ταινίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Φωτογραφίας, Α’ Γυναικείου ρόλου (Εύα Κοταμανίδου), Α’ Ανδρικού ρόλου (Βαγγέλης Καζάν) και Βραβείο κοινού.
«Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci)» στο Φεστιβάλ των Καννών.
«Ειδικό βραβείο» στο Φεστιβάλ της Ταορμίνα.
«Βραβείο Interfilm» στο Φόρουμ του Βερολίνου.
«Βραβείο Age d'Or» (καλύτερη ταινία της χρονιάς) στις Βρυξέλλες.
«Βραβείο Figueira das Foss» στην Πορτογαλία.
«Βραβείο B.F.I. Καλύτερης ταινίας της χρονιάς» στο Λονδίνο.
«Μέγα Βραβείο των Τεχνών» στην Ιαπωνία.
«Βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη ξένης ταινίας» στα Kinema Junpo Award στην Ιαπωνία.
«Καλύτερη ταινία της δεκαετίας 1971-1980», από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Ιταλίας.
 «44η Καλύτερη ταινία στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου», από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου.